Ιωάννα Θ. Στεργιοπούλου[1]

Εισαγωγικά

Οι περισσότερες νέες βιβλιοθήκες σήμερα, χωρίς ιστορικό παρελθόν, τείνουν να μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, ώστε να είναι κάτι σαν “αντίγραφα”, διαθέτοντας σχεδόν τις ίδιες συλλογές, με αποτέλεσμα να ξεχωρίζουν από τις βιβλιοθήκες εκείνες που έχουν μια ιδιαίτερη αναφορά σε συνθήκες και γεγονότα που τις επέβαλαν ως ιστορικές με την δική τους ταυτότητα και προσωπικότητα. Αυτές οι παλιές, παραδοσιακές βιβλιοθήκες, συνήθως σε μικρούς τόπους[2], εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, συνδέουν το παρελθόν με το παρόν, υπηρετούν τη μνήμη, ενισχύουν και διευρύνουν την ιστορική έρευνα.

Η «Κοβεντάρειος» Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (ΚΔΒΚ), είναι μια βιβλιοθήκη με πλούσια και μακρόχρονη ιστορία, η μελέτη της οποίας μας βοηθάει να κατανοήσουμε πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, το ρόλο που έπαιξε το βιβλίο, σαν εργαλείο γνώσης, στην ζωή των κατοίκων του τόπου και να γνωρίσουμε το μορφωτικό και κοινωνικό τους επίπεδο, αλλά και τα ενδιαφέροντά τους σε διάφορες χρονικές περιόδους.

Τα στοιχεία, όσα διαθέτουμε για τη βιβλιοθήκη και την ιστορία της, βρίσκονται σκόρπια στο αρχείο της και μας προσφέρουν μια πλήρη εικόνα της πορείας της μέσα στο χρόνο. Η συστηματική μελέτη των αρχείων της αποτελεί όρο απαράβατο για κάθε σοβαρή έρευνα που αφορά στην περιοχή, για να καταλήξει κάποιος σε θετικά, επιστημονικά και τεκμηριωμένα συμπεράσματα και όχι σε αβέβαιες και υποκειμενικές μαρτυρίες που συχνά βασίζονται σε δευτερεύουσες πηγές. Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν εκ των πραγμάτων να  παραθέσουμε μια αναλυτικότερη ιστορία της, χωρίς την «εξ αυτοψίας» μελέτη των αρχείων της. Σημειώνουμε, όμως, επιλεκτικά την αδιάκοπη λειτουργία της και το συνεχές ενδιαφέρον για εμπλουτισμό της συλλογής της, που μαρτυρούν  τον χρηστικό της χαρακτήρα και επιβεβαιώνουν το χαρακτηρισμό της ως βιβλιοθήκης με πλατύ γνωστικό ορίζοντα. Σκοπός και κύριο μέλημα της εκάστοτε Δημοτικής αρχής είναι η συνεχής δραστηριοποίησή της στην τοπική κοινωνία και η προσεχτική χρήση της πείρας και της τεχνολογίας με στόχο πάντα τη δίκαιη και χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς διάδοση της γνώσης.

Η Κοζάνη δικαιολογημένα νιώθει περήφανη για τη βιβλιοθήκη της που συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο σημαντικές βιβλιοθήκες της Ελλάδας, κυρίως λόγω του μεγάλου αριθμού παλιών βιβλίων που περιέχει, των χειρογράφων, του αρχειακού υλικού αλλά και του όγκου της σύγχρονης συλλογής της.

Το ιστορικό: Από την ίδρυση (17ο αιώνας) …

Από τον 17ο αιώνα που η πόλη, λόγω της θέσης της, εξελίσσεται σε πνευματικό και εμπορικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων, με τους Κοζανίτες πάροικους, λόγιους και εμπόρους, να διαδραματίζουν σημαντικότατο ρόλο στα δρώμενα, ξεκινά και η ιστορία της βιβλιοθήκης, η οποία συνεκροτήθη και ηνδρώθη χάρις εις την αγάπην και την στοργήν των τέκνων της [3]. Το ενδιαφέρον αυτών των πλούσιων Κοζανιτών για τα γράμματα και τον πολιτισμό οδήγησε στην ίδρυση σχολείου και στην οργάνωση σχολικής βιβλιοθήκης στην πατρίδα τους, που εξελίχθηκε μετά από πολλές περιπέτειες και αλλαγές στη σημερινή δημοτική βιβλιοθήκη, αποτελώντας το καύχημα και αγλάισμα της Δυτικής Μακεδονίας [4].

Ήδη από το 1690 παραδίδεται από τους επιτρόπους του Ελληνομουσείου στον μοναχό Ιωσήφ[5], ένας αριθμός 440 θρησκευτικών και φιλολογικών βιβλίων, όπως μας πληροφορεί ένας χειρόγραφος κατάλογός της. Στον πρώτο αυτόν πυρήνα της σχολικής βιβλιοθήκης, η οποία, κατά τον λόγιο και  συγγραφέα Χαρίσιο Μεγδάνη, στεγαζόταν εις τον επισκοπικόν Οίκον, ήρθαν να προστεθούν το 1745 οι συλλογές των βιβλίων του ιερέα Σωτηρίου, και του επισκόπου Μελετίου, το 1752, καθώς και βιβλία άλλων δωρητών. Έτσι, σ΄ έναν άλλο χειρόγραφο κατάλογο της βιβλιοθήκης που απέχει έναν αιώνα από τον προηγούμενο, διαβάζουμε: “1791 Οκτωβρίου) 4 παράδοσις της βιβλιοθήκης τω ιεροδιδασκάλω κυρίω Ιωνά”. Το σύνολο των βιβλίων που παραδίδεται στον ιεροδιδάσκαλο Ιωνά τον Σπαρμιώτη είναι 545 τόμοι θρησκευτικού, φιλοσοφικού,  φιλολογικού και ιστορικού περιεχομένου, ενώ, λίγα χρόνια αργότερα, το 1800, ο αριθμός των βιβλίων αυξάνει θεαματικά και φθάνει τους 822 τόμους[6]

"συνεκροτήθη και ηνδρώθη χάρις εις την αγάπην και την στοργήν των τέκνων της"

− Ν. Π. Δελιαλής

Οίκος Βελτιώσεως

Το 1813, φιλοπρόοδοι Κοζανίτες έκτισαν πλάι στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο κέντρο της πόλης, ένα θολωτό οικοδόμημα, στο οποίο εγκατέστησαν τη βιβλιοθήκη και δίπλα της ένα ακόμα με την επιγραφή Οίκος Βελτιώσεως, προκειμένου να συνέρχονται εκεί κατά καιρούς οι “Πεπαιδευμένοι ίνα μελετώσι, φιλολογώσι και διαλέγωνται”. Στο ίδρυμα αυτό περιήλθαν όλα τα βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης και σε μικρό χρονικό διάστημα η βιβλιοθήκη “επηυξήνθη ακόμη ως με χιλίους τόμους, από τους οποίους μέρος μεν αφιέρωσαν διάφοροι των ημετέρων φιλοκάλων συμπολιτών, μέρος δε ηγοράσθησαν δια φροντίδος των φιλογενών Αυταδέλφων Ταϊκατζή”. Παράλληλα διορίστηκε επίτροπος της βιβλιοθήκης ο εγκατεστημένος στη Βιέννη Γεώργιος Ρουσιάδης, με τη φροντίδα “του συνάγειν επιμελώς όσα τε έτερα βιβλία διά του Τύπου νεωστί εξεδόθησαν και όσα εκδίδονται ή εκδοθήσονται”. Εκτός του Οίκου Βελτιώσεως, τον οποίον οι πεπαιδευμένοι χρησιμοποιούσαν ως αναγνωστήριο, η βιβλιοθήκη δάνειζε τα βιβλία της, κατ’ οίκον χρήση, όπως προκύπτει από διάφορες χειρόγραφες αποδείξεις καθώς και από εκατοντάδες καταχωρήσεις σε δύο κώδικες, από τους οποίους ο ένας χρησίμευε ως “Γραμματολογικός Κατάλογος”. Το 1818, ο επίσκοπος Σερβίων και Κοζάνης Βενιαμίν μεταβαίνει στη Δακία και όταν επιστρέφει “συναποκομίζει 100 και πλέον τόμους συγγραμμάτων”, ενώ λίγο αργότερα, το 1839, ο Παναγιώτης Μουράτης δωρίζει την προσωπική του βιβλιοθήκη, που ανέρχεται σε 173 τόμους. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται το “Μέγα Ετυμολογικόν” του 1549, τυπωμένο στη Βενετία και ο “Τόμος Καταλλαγής”, που συνέλεξε ο Δοσίθεος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων και τύπωσε ο Δημήτριος Παδούρας το 1694 στο Ιάσιο της Μολδαβίας. Δύο βιβλία, ογκώδη και σε μεγάλο σχήμα, που είναι σπάνια και δυσεύρετα σήμερα. Άλλη μια δωρεά αυτής της περιόδου περιέχει πολύτιμο και σπάνιο υλικό. Πρόκειται για εκείνη του Ευφρονίου Ραφαήλ Πόποβιτς, ο οποίος γεννημένος στη Κοζάνη το 1772 ως Χαρίσιος Παπαδημητρίου (Παπαγιαννούσης) πεθαίνοντας στο Ιάσιο στα τέλη του 1851, κληροδότησε τη συλλογή των βιβλίων και των χειρογράφων του στη βιβλιοθήκη της γενέτειράς του. Ενδεικτικά αναφέρουμε το βιβλίο του “Σουΐδα” και τη“Χάρτα της Ελλάδος” του Ρήγα Βελεστινλή, χαλκογραφημένη από τον Φρανσουά Μίλερ και τυπωμένη στη Βιέννη το 1797. Με τα νέα αυτά αποκτήματα, η βιβλιοθήκη εμπλουτίζεται και αναπτύσσεται μέχρι να αποφασιστεί το 1873, λόγω ανεπάρκειας του απαιτούμενου χώρου, να γίνει προσθήκη μιας αίθουσας και ταυτόχρονα να οριστεί μια επιτροπή για την αναταξινόμηση των βιβλίων και την ανασύνταξη του καταλόγου της βιβλιοθήκης. Η επιτροπή αυτή, η οποία στις 18 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου ολοκληρώνει το έργο της, απαρτίζεται από το σχολάρχη Ιωάννη Ν. Καλοστύπη και τους δασκάλους Χρίστο Δ. Γιαννόπουλο, Μάρκο Ν. Παυλίδη και Ευάγγελο Διάφα. Η ταξινόμηση που χρησιμοποίησαν ήταν “ειδολογική”. Χώρισαν δηλαδή το υλικό σε έξι κατηγορίες, τις οποίες ονόμασαν “τμήματα” και τα τμήματα τα υποδιαίρεσαν σε υποκατηγορίες. Η υποκατηγορία, π.χ., “Σύμμικτα” ήταν τα περιοδικά συγγράμματα και οι εφημερίδες που λάμβανε η Βιβλιοθήκη εκείνη την εποχή, όπως ήταν η “Ημέρα”, ο “Αιών”, η “Αμάλθεια”, ο “Ήλιος”, η “Ελπίς”, η “Βυζαντίς”, η “Αυγή”, ο “Συνέκδημος”, η γερμανική “Οδοιπόρος”, η γαλλική “Ανεξαρτησία”, από τις οποίες καμία δεν υπάρχει σήμερα. Ο Οίκος Βελτιώσεως, παρ’ όλη την πνευματική γοητεία που ασκεί από την ίδρυσή του μέχρι και τον 19ο αιώνα, αναγκάζεται στις αρχές του 20ού να κλείσει τις πύλες του.

Το Αναγνωστήριον Κοζάνης

Το 1916, τέσσερα χρόνια μετά την απελευθέρωση της πόλης, με πρωτοβουλία του σεπτού ιεράρχη, τότε επισκόπου Ειρηνουπόλεως και αργότερα Οικουμενικού Πατριάρχη Φωτίου Β’, ιδρύθηκε το ανεξάρτητο σωματείο Αναγνωστήριον Κοζάνης. Με πυρήνα τα βιβλία του Οίκου Βελτιώσεως και με σκοπό την “πνευματικήν επικοινωνία των μελών αυτού και την εν γένει εξυπηρέτησην των πνευματικών αναγκών της κοινωνίας της Κοζάνης, καθώς και την δια της μορφώσεως ηθικήν και πνευματικήν βελτίωσιν αυτής”, προχώρησε στην αναδιοργάνωση της βιβλιοθήκης. Ιδρυτικά μέλη και μέλη του Δ.Σ. του σωματείου χρημάτισαν σημαίνοντα πρόσωπα της κοινωνίας της πόλης, όπως ο Γεώργιος Κ. Βαρβούτης, δικηγόρος βουλευτής και υπουργός, ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, δικηγόρος και λογοτέχνης, ο Π. Ν. Λιούφης, γυμνασιάρχης και συγγραφέας της ιστορίας της Κοζάνης, ο Κ. Μ. Παπακωνσταντίνου, λογοτέχνης, κ.ά. Επειδή όμως περιήλθε σε οικονομική ένδεια, έπειτα από διαβουλεύσεις, που κράτησαν τέσσερα χρόνια, τη βιβλιοθήκη ανέλαβε τελικά ο Δήμος.

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη

Στις 10 Ιουλίου 1923, έγιναν πανηγυρικά τα εγκαίνια της Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Μετά τον αγιασμό ακολούθησαν χαιρετισμοί και ομιλίες. Κεντρικός ομιλητής ο Γεώργιος Παναγιωτίδης, διευθυντής τότε του Διδασκαλείου, ο οποίος ανέπτυξε λεπτομερώς την ιστορία της παλιάς και τους στόχους της νέας βιβλιοθήκης. Την προηγούμενη είχε υπογραφεί το σχετικό πρωτόκολλο με το οποίο παραδίδονταν η περιουσία του σωματείου στο Δήμο, υπό τον ειδικό όρο ότι: “η εις βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες περιουσία δεν δύναται να εκποιηθεί ή να διατεθεί άλλως υπό του Δήμου Κοζάνης ει μή προς χρήσιν σωματείου έχοντος τον αυτόν ως προς το Αναγνωστήριον σκοπόν ή προς ίδρυσιν Αναγνωστηρίου”. Τα βιβλία που παραδόθηκαν τότε στο Δήμο ανέρχονταν σε 6.976 τόμους. Η Δημοτική Βιβλιοθήκη εγκαταστάθηκε αρχικά σε μία από τις αίθουσες του Δημαρχείου, όπου λειτούργησε επί έντεκα χρόνια, μέχρι το 1934, απ’ όπου και μεταφέρθηκε στους ημιυπόγειους χώρους του νεόδμητου τότε δημαρχιακού μεγάρου, όπου λειτούργησε ως το 1963. Είναι η περίοδος που αρχίζει να γίνεται ευρέως γνωστή με την έκδοση των καταλόγων της από τον Ν. Π. Δελιαλή, με τη φροντίδα του οποίου εμπλουτίστηκε γενναία και μεγαλούργησε. Το 1963 μεταστεγάστηκε στη νεοανεγερθείσα επέκταση του Δημαρχείου, της οποίας το ισόγειο και ο πρώτος όροφος κατασκευάστηκαν με δαπάνη των αδελφών Κωνσταντίνου και Δημητρίου Ιωαν. Κοβεντάρου, ομογενών συμπολιτών μας στις ΗΠΑ, για την αποκλειστική στέγαση της Βιβλιοθήκης. Το 1985 μετακόμισε στον 2ο όροφο του κτιρίου του εμπορικού κέντρου του Δήμου (Πλατεία 28ης Οκτωβρίου 7), όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα, ενώ από το 1989 έπαψε να αποτελεί τμήμα του Δήμου και μετατρέπεται σε ΝΠΔΔ, διοικούμενο σήμερα από 13μελές Διοικητικό Συμβούλιο. Το 1995 το Ελληνικό Κράτος μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού αναγνώρισε για μια ακόμα φορά τη σημαντικότητα της συλλογής της και ανακήρυξε την Κοζάνη “Πόλη του Βιβλίου” στο πλαίσιο του νέου θεσμού του “Πολιτιστικού Δικτύου Πόλεων”, συνιδρύοντας με το Δήμο το“Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης” (ΙΝΒΑ) θέτοντας ως πρωταρχικό στόχο και την αναβάθμιση της Βιβλιοθήκης. Με αφορμή αυτό το γεγονός έγινε και η μεγαλύτερη δωρεά των τελευταίων χρόνων από τον μητροπολίτη Κοζάνης Διονύσιο, ο οποίος δώρισε την προσωπική του βιβλιοθήκη συνεχίζοντας την παράδοση των ευεργετών των περασμένων αιώνων.

Οι συλλογές

Στις συλλογές της ΚΔΒΚ, πέρα από το σύγχρονο κομμάτι (εκδόσεις μετά την απελευθέρωσή της, το 1912), περιλαμβάνονται ως διακριτές κατηγορίες: α) τα χειρόγραφα, β) τα έντυπα, γ) τα λυτά, δ) η αρχαιολογική συλλογή, ε) η βιβλιοθήκη Ψαριανού και στ) η συλλογή χαρτών.

Αναζητήστε στις συλλογές μας εδώ

Ο συνολικός αριθμός των χειρογράφων της βιβλιοθήκης είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που αναφέρεται στον παλιό κατάλογο του Α. Σιγάλα, εξαιτίας της προσθήκης της συλλογής Σακελλαρίου και πολλών άλλων κωδίκων που εντοπίσθηκαν τελευταία. Τα περισσότερα χειρόγραφα είναι μεταβυζαντινά και νεότερα, κυρίως του 18ου και 19ου αιώνα (κείμενα που σχετίζονται με την ιστορία της Κοζάνης, γραμμένα από Κοζανίτες λόγιους ή αναφερόμενα στην περιοχή, κείμενα ανέκδοτα ή λιγότερο γνωστά που σώζονται σε λίγα χειρόγραφα). Σχεδόν όλα τα χειρόγραφα είναι χαρτώα, με εξαίρεση τους αυτοτελείς κώδικες 1- 4 και ορισμένα φύλλα ή σπαράγματα που χρησιμοποιήθηκαν σε σταχώσεις, τα οποία είναι περγαμηνά. Αξιόλογη είναι η διακόσμηση ορισμένων κωδίκων με μικρογραφίες ή μόνο με απλά διακοσμητικά στοιχεία -όπως επίτιτλα και πρωτογράμματα- υψηλής ποιότητας και η ύπαρξη σε χειρόγραφα και έντυπα σημαντικών ιστορικών σημειωμάτων (συνήθως κτητορικών, αλλά και κωδικογραφικών) σχετικών με την ιστορία της πόλης ή της περιοχής της. Λόγω της παλαιότερης σχέσης της βιβλιοθήκης με τη σχολή της Κοζάνης, πολλά από τα χειρόγραφα όπως και πολλά έντυπα περιέχουν έργα χρήσιμα για τη διδασκαλία. Τα έντυπα εκκλησιαστικής χρήσης είναι λίγα. Οι πρόσφατες προσπάθειες της βιβλιοθήκης για ψηφιοποίηση και παράλληλη περιγραφή του συνόλου του υλικού της αποτελεί μία αρχή για να υπάρχει πρόσβαση σε όλες εκείνες τις πληροφορίες που είναι σημαντικές για κάθε τόμο (βιβλιογραφικά στοιχεία, ιστορικά σημειώματα, περιγραφή της στάχωσης κ.λπ.).
Τα περισσότερα έντυπα της βιβλιοθήκης, δωρεές κυρίως Κοζανιτών, ανήκουν στην περίοδο του 18ου και 19ου αιώνα, γνωστή ως περίοδος τουΝεοελληνικού Διαφωτισμού. Μια περίοδος πνευματικής αναγέννησης και αφύπνισης του Ελληνισμού, κατά την οποία είχαν μεγάλη διάδοση οι θετικές επιστήμες, αλλά και οι αρχές της ελευθερίας, της ισότητας, ο σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η ανεξιθρησκία. Οι ιδέες δηλαδή του κινήματος του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που συγκίνησαν και καθοδήγησαν τους Έλληνες της εποχής εκείνης. Υπάρχει επίσης ένας σημαντικός αριθμός βιβλίων από τον 15ο έως τον 17ο αιώνα με παλιότερο ένα λατινικό κείμενο του 1494, εκδόσεις βιβλίων του Αριστοτέλη, του Πίνδαρου, η “Εφημερίς” των αδελφών Μαρκίδων Πούλιου (η πρώτη ελληνική εφημερίδα που σώζεται), η“Χάρτα” του Ρήγα, εκδόσεις του γνωστού τυπογράφου Βενετίας Άλδου Μανούτιου (αλντίνες) κ.ά. Ακόμα η σχέση ορισμένων εντύπων με την Κοζάνη, είτε επειδή περιέχουν έργα Κοζανιτών, είτε επειδή η έκδοσή τους έγινε με έξοδα Κοζανιτών, είτε γιατί η παλαιότητα και η σπανιότητα τους εν γένει είναι σημαντικές, καθιστούν μοναδική τη συλλογή που συμβάλλει τα μέγιστα ως πολύτιμη ιστορική πηγή της χρονικής περιόδου που διατρέχει, αντικατοπτρίζοντας παράλληλα και τα ενδιαφέροντα των κατοίκων της πόλης.
Τα λυτά είναι κυρίως αρχειακά έγγραφα, τα οποία μας δίνουν πολύ σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία και την καθημερινή ζωή της Κοζάνης και την ευρύτερης περιοχής κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Είναι κυρίως έγγραφα εκκλησιαστικά, πρακτικά της Δημογεροντίας, δικαστικά, διοικητικά και εκπαιδευτικά στην ελληνική και κάποια στην οθωμανική γλώσσα και διήκουν από τον 17ο μέχρι και τον 20ό αιώνα. Μεγάλο μέρος αποτελούν οι κώδικες εγγράφων και τα λυτά της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, τα οποία είναι χωρισμένα σύμφωνα με τις αρχιερατίες, αλλά και έγγραφα του αρχείου του Δήμου Κοζάνης (π.χ. το παλιό κτηματολόγιο του 1925[7]). Το νεότερο και σύγχρονο αρχείο[8] καλύπτει κυρίως την περίοδο από το 1914 έως το1950 και διαχωρίζεται βασικά σε δύο τμήματα: του Δήμου και της Νομαρχίας. Στο πρώτο καταγράφεται κυρίως η ιστορία της πόλης, ενώ στο δεύτερο ολόκληρης της Δυτικής Μακεδονίας, αφού έδρα της Γενικής Διοίκησης ήταν η Κοζάνη. Αργότερα αυτονομήθηκαν διοικητικά η Φλώρινα και η Καστοριά, τα Γρεβενά όμως με την ύπαιθρό τους παρέμειναν στο νομό Κοζάνης. Ίσως μια από τις πιο συνταρακτικές εικόνες είναι η παρακολούθηση μέσα από το αρχείο των συντελούμενων αλλαγών (οικονομικές, χωροταξικές κ.α.), που γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς έπειτα από περιόδους κρίσης, όπως η προσάρτηση π.χ. της περιοχής στην Ελλάδα το 1912 που έκλεισε με τη φορτισμένη αποχώρηση των πολυάριθμων (ελληνόφωνων ή τουρκόφωνων) μουσουλμάνων της περιοχής. Ένα σώμα εφημερίδων της ίδιας εποχής (1914 -1950), που εκδίδονταν στην πόλη της Κοζάνης, συμπληρώνει, διευκρινίζει κι εξηγεί το περιεχόμενο της πλειονότητας των αναφερόμενων εγγράφων. Παράλληλα υπάρχει ένας μικρός αριθμός φωτογραφιών (κτίρια, εκδηλώσεις, πρόσωπα) που επίσης συμβάλει στην ολοκλήρωση της εικόνας.
Στην ΚΔΒΚ φιλοξενείται επίσης και ένας μικρός θησαυρός από εικόνες, ιερά κειμήλια, ξυλόγλυπτα, χαρακτικά, αρχιτεκτονικά μέλη και επιγραφές, που χρονολογούνται κυρίως στη μεταβυζαντινή περίοδο. Τα αντικείμενα αυτά αποτελούν τμήμα της παλαιάς συλλογής των παλαιοχριστιανικών και μεταβυζαντινών μνημείων που φυλάσσονταν στο Τοπικό Μουσείο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης και προέρχονταν από ολόκληρη την περιφέρεια του Νομού Κοζάνης. Η συστηματικότερη συλλογή και φύλαξη αρχαιοτήτων από το Νομό ξεκίνησε το 1934 όταν στο τότε νεόδμητο δημοτικό μέγαρο ο Δήμος παραχώρησε μια αίθουσα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία για να συγκροτήσει το Τοπικό Μουσείο “δια των ανευρισκομένων εν τη περιοχή του Νομού αρχαιοτήτων, αποφευγομένης της διαρροής τούτων εις διάφορα άλλα Μουσεία” [9]. Με την πάροδο του χρόνου η συλλογή αυτή εμπλουτιζόταν και περιλάμβανε ευρήματα από την προϊστορική έως και τη νεότερη περίοδο, καθώς και λαογραφικού περιεχομένου. Στη συνέχεια ένας μεγάλος αριθμός από αυτά λόγω ιδιαίτερης αρχαιολογικής αξίας, κυρίως αρχιτεκτονικά μέλη, κεραμική και νομίσματα κλασικής έως και βυζαντινής περιόδου παραδόθηκε στις Εφορείες Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, ως αρμόδιων για τη φύλαξη και ανάδειξή τους[10]. Στη σημερινή συλλογή εντάσσεται ένας αριθμός μαρμάρινων κτητορικών επιγραφών (12) που προέρχονται από εκκλησιαστικά κτίσματα (ναός Παναγίας), αλλά κυρίως από παλαιές κατεδαφισμένες οικίες της Κοζάνης (π.χ. Κοντορούση, Κοβεντάρου) και κρήνες (π.χ. Κοντορούση, Μητροπολιτικού Μεγάρου) και χρονολογούνται από τον 18ο και 19ο αιώνα. Οι επιγραφές αυτές μας δίνουν πολύτιμα στοιχεία, όχι μόνο για τα οικοδομήματα από τα οποία προέρχονται, αλλά γενικότερα για το κοινωνικό πλαίσιο και την προσωπογραφία της εποχής. Εξαιρετικά σπάνιο είναι το είδος του προσκυνηταρίου – εικονοστασίου του 18ου αιώνα, με τη μορφή κιβωτιδίου προς ανάρτηση από τον Άγιο Νικάνορα. Φέρει ξυλόγλυπτο πλαίσιο με φυτικό διάκοσμο και τοξωτή επίστεψη με την τεχνική του σκαλιστού στον αέρα, η οποία απεικονίζει αγγέλους που στέφουν αετό επάνω από τη γραπτή μορφή του Άναρχου Πατέρα, και στηρίζεται σε δυο ολόσωμα παγώνια στις γωνίες. Στο εσωτερικό εμπεριέχεται όστρεο με ζωγραφισμένη τη μικρογραφημένη σκηνή της Μεταμόρφωσης στην κοίλη πλευρά του.
Η ΚΔΒΚ διαθέτει μια μικρή μεν, αλλά αξιόλογη συλλογή χαρτών, λυτών και ατλάντων, ανάμεσα στις οποίες κορυφαία θέση κατέχει η δωδεκάφυλλη Χάρτα του Ρήγα Βελεστινλή (1796-1797), ήδη ανακηρυγμένο εθνικό μνημείο της νεώτερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, και ο τετράφυλλος παγκόσμιος χάρτης του Άνθιμου Γαζή (1800). Για την οργάνωση και ανάδειξη της συλλογής αυτής ο Δήμος Κοζάνης, η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης[11], συνέπραξαν για την ίδρυση μιας Δημοτικής Χαρτοθήκης στο πρόσφατα αποκαταστημένο Αρχοντικό Λασσάνη, ένα κτίριο του 18ου αιώνα. Η Δημοτική Χαρτοθήκη Κοζάνης φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα καινοτόμο θεσμό όχι μόνο για την πόλη, αλλά και για τη χώρα με απαιτήσεις διεθνούς ακτινοβολίας, συμπλήρωμα της πανελλήνια σημαντικής Βιβλιοθήκης, ενισχύοντας το πολιτιστικό προφίλ της πόλης και αποτελώντας ένα νέο μορφωτικό πόλο έλξης γύρω από τον πολιτισμό των χαρτών και της μορφωτικής τους δύναμης. Με την ανάδειξη, την προβολή και την αξιοποίηση της σημαντικής, αλλά μέχρι τώρα άγνωστης συλλογής ιστορικών χαρτών και ατλάντων, κυρίως από την καθοριστική για τον ελληνισμό περίοδο του 18ου αιώνα, σταλμένων στην γενέτειρα από τους Κοζανίτες κυρίως της Κεντρικής Ευρώπης, η Χαρτοθήκη προσφέρει στην Κοζάνη μια νέα θεματική και μαζί με τη Βιβλιοθήκη θα αποτελεί ένα ισχυρό δίπολο στον τομέα της γνώσης και του πολιτισμού. Η Χαρτοθήκη οργανώνεται με βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις και πρακτικές για τέτοιου είδους θεσμούς, δίνοντας έμφαση στις νέες ψηφιακές τεχνολογίες και τις διεθνείς συνεργασίες, έτσι ώστε να αποτελέσει έναν πρωτοποριακό οργανισμό, ανοιχτό και ελκυστικό ανάμεσα στα άλλα και στον πολιτιστικό, εκπαιδευτικό, μορφωτικό και επιστημονικό τουρισμό. Γίνεται έτσι η Κοζάνη η πρώτη πόλη στην Ελλάδα που αποκτά έναν δημοτικό θεσμό αυτού του τύπου, πρωτοπορώντας στην καλλιέργεια και την ανάπτυξη της, ιστορικά ελλειμματικής στη χώρα μας κουλτούρας, της χαρτογραφίας και των χαρτών.
Η δωρεά μιας βιβλιοθήκης αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός αγνής και ανόθευτης ευεργεσίας. Η ζωή και το ήθος του ίδιου του ευεργέτη, του μακαριστού Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου, διαμορφώθηκε μέσα από τη μελέτη βιβλίων και μεταφέρεται μέσα κι από τα δικά του γραπτά στο λαό της Κοζάνης. Ο ίδιος πίστευε πως ένα βιβλίο δεν είναι πολύτιμο ως φυσικό αντικείμενο, αλλά πως αποκτά αξία από την επαφή με τα μάτια του αναγνώστη.[12] Κληροδότησε λοιπόν τη συλλογή του, το περιεχόμενο και το μέγεθος της οποίας αναγνωρίζουν όλοι οι Κοζανίτες, στο ποίμνιό του, το 1995, με την ανακήρυξη της Κοζάνης ως πόλης του Βιβλίου, συνεχίζοντας την παράδοση του εμπλουτισμού της τοπικής βιβλιοθήκης με σημαντικές δωρεές επιφανών ανδρών.
Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής της ΚΔΒΚ αποτελεί το σύγχρονο κομμάτι της, δηλαδή τεκμήρια που έχουν εκδοθεί μετά την απελευθέρωσή της, το 1912. Οι συλλογές της, μετά το 1912, οργανώνονται σύμφωνα με τα διεθνή βιβλιοθηκονομικά πρότυπα, καλύπτουν αντιπροσωπευτικά όλο το φάσμα της γνώσης και εμπλουτίζονται συνεχώς για να ικανοποιούν τις ανάγκες των χρηστών της. Κι επειδή το σύγχρονο συνάδει σήμερα με την τεχνολογία εδώ συμπεριλαμβάνονται εκτός από το έντυπο υλικό, cds, dvds και μια σημαντική ψηφιακή συλλογή. Για την ηλεκτρονική επεξεργασία και καταχώρηση του υλικού της η ΚΔΒΚ χρησιμοποιεί το πρόγραμμα ΑΒΕΚΤ 5.6 του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Παραπομπές

[1] Δ/ντρια ΚΔΒΚ, iostergiop@kozlib.gr
[2] Όπως είναι για παράδειγμα οι βιβλιοθήκες της Κοζάνης, των Μηλεών Πηλίου, της Ανδρίτσαινας κ.ά.
[3] Ν. Π. Δελιαλής, Κατάλογος εντύπων δημοτικής βιβλιοθήκης Κοζάνης. Μέρος 2ον .Θες/νικη, 1964
[4] Βλ. Βασίλη Γ. Σαμπανόπουλο (φυλλάδιο).
[5] Προφανώς δάσκαλο της Σχολής και βιβλιοφύλακα.
[6] Βασίλη Γ. Σαμπανόπουλος.
[7] Της περιόδου της εγκατάστασης των προσφύγων με τη φροντίδα της Κοινωνίας των Εθνών (1924-1929).
[8] Βλ. Αθ. Καλλιανιώτης, υπό έκδοση.
[9] Ν. Π. Δελιαλής, Συλλογή παλαιοχριστιανικών και μεταγενεστέρων μνημείων της Δημοτικής βιβλιοθήκης Κοζάνης. Θες/νικη, 1955.
[10] Βλ. Αγαθ. Δ. Τσιλιπάκου, υπό έκδοση.
[11] Με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή του ΑΠΘ Ευάγγελο Λιβιεράτο.
[12] Παναγιώτης Δημόπουλος 2004